Οι κοπελιές που έγραψαν ένα μεγάλο μέρος της παροικιακής μας ιστορίας στο Μόντρεαλ

Οι κοπελιές που έγραψαν ένα μεγάλο μέρος της παροικιακής μας ιστορίας στο Μόντρεαλ
Sat, 10/07/2017 - 16:28
zois

Του Νίκου Τ. Παγώνη*

Στην καθημερινότητά μου συναντώ πολύ κόσμο. Άνδρες και γυναίκες. Στο πρόσωπο του καθενός βλέπεις τη μοναδικότητα του ανθρώπου. Η κάθε μορφή ξεχωριστή και ανεπανάληπτη. Η ομορφιά της δημιουργίας. Και παρόλο που ο καθένας αποτελεί μια μοναδική ιστορία, η προσοχή μου συχνά εστιάζεται στις διάφορες κυρίες που συναντώ. Μεγάλες πια, με τα χρόνια να βαραίνουν τους ώμους, τις συναντάς παντού.

Στην εκκλησία, στα μαγαζιά, στις συναναστροφές. Οι περισσότερες διατηρούν ακόμα την κοκεταρία τους και προσέχουν την εμφάνισή τους. Μαλλί καλοχτενισμένο, ντύσιμο προσεγμένο, το μακιγιάζ διακριτικό. Κινούνται με άνεση και σιγουριά. Τις κοιτάζω και ο νους μου τρέχει πίσω, τότε που οι σημερινές, ώριμες πια κυρίες, ήταν κοπέλες. Τότε που τα νιάτα κυριαρχούσαν, η λαχτάρα της ζωής έντονη, τα όνειρα και οι επιθυμίες αναμέτρητες. Η κάθε μία να κρύβει μέσα της μια ιστορία. Μια ζωή ενίοτε συγκλονιστική και άλλοτε συνηθισμένη. Και αυτή η ιστορία της κάθε μιας μου κεντρίζει το ενδιαφέρον.

Πώς άραγε να ένοιωθαν όταν νεότατες έφθαναν στις όχθες αυτής της μεγάλης και ξεχωριστής χώρας; Πόσα όνειρα κουβάλαγαν και πώς φανταζόντουσαν τη ζωή τους; Ανυπομονούσαν να φτάσουν εδώ, κρύβαν το φόβο τους για το άγνωστο κάτω από ένα ντροπαλό χαμόγελο ή η ορμή των νιάτων τους τις παρέσυρε σε έναν δικαιολογημένο ενθουσιασμό για μια ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους και υποσχόταν πολλά;

Ένα μεγάλο μέρος της δικής μας παροικιακής ιστορίας γράφτηκε από αυτές τις κοπέλες. Τα κορίτσια της Ελλάδας που ξενιτεύτηκαν. Όταν άγουρες κοπέλες άφηναν πίσω τους γονείς κι αδέλφια, συγγενείς και φίλους, και με, συχνά, σφιγμένα χείλη μπάρκαραν σε ένα υπερωκεάνειο με προορισμό μια χώρα άγνωστη, που θα απόβαινε το καινούργιο τους σπίτι, ο τόπος που θα ανάσταιναν οικογένεια, παιδιά κι εγγόνια.

Και αυτή η ιστορία είναι συγκλονιστική. Συχνά άγραφη, χαμένη μέσα στο χρονοντούλαπο του χρόνου, ξεθωριασμένη πια και κάπου-κάπου ξεχασμένη. Κι όμως, είναι αυτές οι κοπέλες, οι σημερινές ώριμες κυρίες, που σήκωσαν στους ώμους τους το βάρος του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα.

Πολλά από αυτά τα κορίτσια έφτασαν εδώ με σκοπό να καλύψουν τις ανάγκες του Καναδά σε οικιακές βοηθούς. Μια εποχή που η έξοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας δημιουργούσε την ανάγκη της πρόσληψης μιας βοηθούς για τις ανάγκες του νοικοκυριού.

Η κατεστραμμένη Ελλάδα από τον πόλεμο και τον εμφύλιο προσφερόταν για την κάλυψη της ανάγκης αυτής. Η φτώχια και η δυστυχία παρουσίαζαν ανυπέρβλητα προβλήματα επιβίωσης για τις πολυπληθής οικογένειες της υπαίθρου και η μετανάστευση παρουσιαζόταν σαν σωτήρια λύση. Και τα κορίτσια προσφέρθηκαν. Μια κίνηση που όχι μόνο βοηθούσε ολόκληρη την οικογένεια, αλλά εξαφάνιζε επίσης το πρόβλημα της προίκας, απαραίτητη προϋπόθεση γάμου των κοριτσιών την εποχή εκείνη.
Και η κοπελιά μας, η οποιαδήποτε κοπελιά μας, αποχαιρέτησε με δάκρυα στα μάτια τους δικούς της και ξεκίνησε το μακρύ δρόμο της ξενιτιάς. Πρώτο σοκ η Αθήνα. Μεγαλούπολη, άγνωστη για τις περισσότερες, γεμάτη κινδύνους και κακοτοπιές. Ο Πειραιάς και το λιμάνι του, δεύτερη στάση. Και μετά, το καράβι.

Άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Δειλά να κάνει γνωριμίες να περάσει ο καιρός του ατέλειωτου ταξιδιού. Στη συνέχεια η άφιξη, συνήθως στο Χάλιφαξ. Μεταναστευτικές διαδικασίες σε μια άγνωστη γλώσσα. Με το διαβατήριο στο χέρι προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Άλλοτε κάποιος διερμηνέας υπήρχε κι άλλοτε κάποιος από τις πρόσφατες γνωριμίες στο καράβι οδηγούσε το δρόμο. Ο σταθμός του τρένου. Ταξίδι κι αυτό μακρύ, να διασχίζει δάση και λίμνες. Ανάλογα την εποχή, πνιγμένα στο πράσινο και άλλοτε σκεπασμένα με χιόνι. Κι αυτό άγνωστο, ακουστό, αλλά άγνωστο. Ένα στοιχείο που σύντομα θα κυριαρχούσε κι αυτό στη ζωή τους.

Άφιξη στο Μόντρεαλ. Δεύτερο σοκ. Διπλό. Πολιτισμικό. Χώρα ξένη και μεγαλούπολη, τελείως διαφορετική από το χωριό που άφησε πίσω της. Οι οικογένειες που θα της προσέφεραν εργασία παρούσες, να την υποδεχθούν. Άλλοτε να μιλούν ελληνικά και συχνά όχι. Με κυρίες της εδώ παροικίας να προσφέρονται ως διερμηνείς και βοηθοί. Και η ζωή στα ξένα ξεκινά.

Σε ένα σπιτικό τελείως διαφορετικό από το δικό της. Με συνήθειες ξένες, με φαγητά άγνωστα, με απαιτήσεις παράξενες, με την καλοσύνη να διαδέχεται, συχνά, η αυστηρότητα. Μια ζωή δύσκολη, που γινόταν ακόμα δυσκολότερη από τη νοσταλγία, τον πόνο του χωρισμού.

Και το κορίτσι μας άντεξε. Ανασκουμπώθηκε και ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Να αποδείξει την αξία της, την αξία της φυλής της. Και τα κατάφερε. Η χαρά της εβδομαδιαίας εξόδου. Η εκκλησία και ο παπάς με την παπαδιά στήριγμα, παρηγοριά, αποκούμπι. Και η οικογένεια πίσω στην Ελλάδα. Με τις ανάγκες της. Οι οικονομίες να γίνονται επιταγές να βοηθήσουν. Να στηρίξουν οικονομικά τον αδελφό που σπούδαζε, την προίκα της αδελφής να παντρευτεί.

Βαριά η ξενιτιά, όμως. Η επανένωση της οικογένειας προτεραιότητα. Τα αδέλφια να περιμένουν την ποθητή πρόσκληση. Στη γη της απαγγελίας. Και ο ένας κατάφθανε πίσω από τον άλλο. Η ευκαιρία να ζήσουν πάλι όλοι μαζί, σαν μια οικογένεια. Οι προοπτικές άλλαξαν. Η δουλειά της οικιακής βοηθού δεν ικανοποιούσε πλέον. Το εργοστάσιο πρόσφερε καλύτερο μεροκάματο, περισσότερη ελευθερία. Τώρα υπήρχαν πια τα αδέλφια, για στήριξη και συμπαράσταση.

Και η ώρα του γάμου έφτασε. Κάποιο παλικάρι εδώ, συχνά από τα μέρη της ή ταξίδι πίσω στην Ελλάδα. Τα προξενιά για την πολύφερνη νύφη πολλά. Μια νέα ζωή ανοιγόταν μπροστά στην κοπέλα.

Και σ’ αυτή την περίπτωση νικήτρια. Σύζυγος και μάνα. Να τα προλαβαίνει όλα. Δουλειά στο εργοστάσιο ή αλλού, νοικοκυριό, παιδιά με τις ανάγκες τους. Και ξεθεωμένη πια, να κάτσει μαζί τους να τα διαβάσει. Να σιγουρευτεί ότι κάνανε τη σχολική τους εργασία, έστω κι αν καμιά φορά οι δικές της γραμματικές γνώσεις δεν την βοηθούσαν. Επέμενε όμως. Να μορφωθούν, να γίνουν άνθρωποι. Κι εδώ η κοπέλα μας τα κατάφερε. Οι κόποι της πιάσανε τόπο. Παιδιά μορφωμένα. Με πτυχία, δουλειές καλές, περήφανα μέλη της ντόπιας κοινωνίας. Κι εγγόνια. Να τα φροντίσει κι αυτά. Να μπορούν τα παιδιά της απρόσκοπτα να αφιερωθούν στην καριέρα τους.

Τις βλέπω. Ώριμες πια κυρίες, οι κοπέλες μας. Με το μαντηλάκι στο λαιμό, το κοκκινάδι στα χείλη, το ντύσιμο προσεγμένο. Να εκπέμπουν ένα αέρα σιγουριάς και να λαμποκοπούν ολόκληρες. Έστω κι αν συχνά τα βάσανα της ζωή της έχουν γονατίσει. Η κοπελιά μας, η ηρωίδα της δικής μας παροικιακής ιστορίας, στέκει αγέρωχη κι υπερήφανη. Και τις αξίζει. Ο θαυμασμός μας, η ευγνωμοσύνη μας, το γονάτισμα μπροστά στη σύζυγο, τη μάνα, τη γιαγιά,. Στυλοβάτης της δικής μας υπόστασης εδώ, το θεμέλιο της δικής μας κοινωνίας.

Η δική μας, αειθαλή κοπελιά!

*Ελληνοκαναδικό Βήμα 
Σάββατο 7Οκτωβρίου 2017