Το τέλος ενός πολέμου, η αρχή ενός άλλου

Το τέλος ενός πολέμου, η αρχή ενός άλλου
Sat, 11/11/2017 - 17:36
zois

Του Νίκου Τ. Παγώνη*

Την ενδέκατη ώρα, της ενδέκατης μέρας, του ενδέκατου μήνα το 1918 σταμάτησαν τα κανόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και υπογράφτηκε η συνθηκολόγηση της Γερμανίας, σε κάποια μικρή πόλη της Γαλλίας. Οι νικητές, σύμμαχοι της Αντάντ, υποχρέωσαν τη Γερμανία σε μια υποτιμητική και απαξιωτική συνθήκη κατάπαυσης του πυρρός και υπέθεταν ότι τοιουτοτρόπως τελείωνε ο μεγάλος πόλεμος, όπως είχε ονομαστεί, και ότι αυτό σηματοδοτούσε και τον τερματισμό μελλοντικών παγκοσμίων πολέμων.

Η τεράστια καταστροφή σε έμψυχο υλικό και οι ανυπολόγιστες ζημιές που προξενήθηκαν από τον παρατεταμένο πόλεμο έδιναν τότε την αίσθηση ότι ουδέποτε ξανά η ανθρωπότητα θα επιχειρούσε κάτι τόσο καταστροφικό. Πόσο λίγο γνώριζαν...

Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια, η ανθρωπότητα βρέθηκε ξανά στη δίνη ενός νέου παγκοσμίου πολέμου, με περισσότερα θύματα, περισσότερες υλικές ζημιές και με ανείπωτη φρικαλεότητα. Προφανώς, το πάθημα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε γίνει και μάθημα και η φρίκη και η βαναυσότητα ενός νέου Αρμαγεδδώνα βύθισαν για μια ακόμα φορά την οικουμένη σε πένθος βαρύ.

Έκτοτε, έχουμε αποφύγει ένα νέον παγκόσμιο πόλεμο και ιδιαίτερα η Ευρώπη, κύριο θέατρο των δύο παγκοσμίων πολέμων, απολαμβάνει μια παρατεταμένη περίοδο ειρήνης και προκοπής. Πέρα από μερικές τοπικές συρράξεις, που κι αυτές δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν σε εκατόμβες θυμάτων και τεράστιες υλικές ζημιές, ο κόσμος έχει αποφύγει μια άλλη βιβλική καταστροφή, όπως οι δύο προηγούμενοι παγκόσμιοι πόλεμοι.

Συνθήκες, συμφωνίες, συμφέροντα, τρόμος πυρηνικού ολοκαυτώματος και πολλή διπλωματία ευθύνονται για τη μη έκρηξη ενός νέου ολοκληρωτικού πολέμου και, όπως δείχνουν τα πράγματα, υπάρχει μια δικαιολογημένη αισιοδοξία ότι έχουμε πλέον ωριμάσει σε σημείο που δύσκολα τραβάμε τη σκανδάλη σε γενικευμένο παγκόσμιο επίπεδο.

Δεν παύουμε, όμως, να διατηρούμε στρατούς, ατελείωτους εξοπλισμούς, πολεμική βιομηχανία και να ξοδεύουμε ένα πολύ μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού των κρατών σε αμυντικές δαπάνες, όπως ονομάζονται. Και ονομάζονται αμυντικές, γιατί ουδεμία χώρα θα τολμούσε να παραδεχθεί ότι απλά διατηρεί μια καλά εξοπλισμένη πολεμική μηχανή. Βλέπετε, ο πόλεμος είναι λέξη που προκαλεί αλλεργία και φρίκη και καμία κυβέρνηση δεν θα διακινδύνευε να προκαλέσει τη μήνη των ψηφοφόρων της, με το να υπενθυμίζει συνεχώς ότι περί προετοιμασίας πολέμου πρόκειται.

Βέβαια, η κάθε χώρα έχει το απόλυτο δικαίωμα να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της και την ακεραιότητά της και σε ένα κόσμο άστατο και απρόβλεπτο η επένδυση στην άμυνα είναι απαραίτητη. Είναι όμως και χώρες που χρησιμοποιούν αυτή την αμυντική δυνατότητα και για επιθετικούς λόγους. Και τότε η «άμυνα» χάνει την έννοια της λέξης.

Και εδώ εστιάζεται το όλο θέμα: Επενδύουμε στην άμυνα προς αποφυγή πολέμου (ποιος θα τολμήσει να επιτεθεί σε ένα καλά εξοπλισμένο αντίπαλο;), δεν παραλείπουμε όμως να χώνουμε και τη μύτη μας εκεί που δεν μας σπέρνουν, επικαλούμενοι «υψηλά ιδανικά» και άλλες προφάσεις προς δικαιολογία του ξεδιπλώματος των πολεμικών σημαιών και την κρούση των τυμπάνων.

Προφανώς, η φρίκη του πολέμου, τα σακατεμένα παιδιά μας, το κατεστραμμένο τοπίο, η βουή και η αντάρα, το κλάμα της μάνας, της γυναίκας, της αδελφής, ο πόνος του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, τα ρημαγμένα σπίτια και κτήρια, τα εκατομμύρια των προσφύγων, τα εκατοντάδες στρατιωτικά νεκροταφεία δεν είναι αρκετά για να μας συνετίσουν και να μας υποχρεώσουν να βροντοφωνάξουμε: «ποτέ πια!»

Ο θεός του πολέμου φαντάζει ισχυρότερος και πιο τρομερός της θεάς της ειρήνης και συχνά οι χρυσοποίκιλτες στολές, τα αστραφτερά όπλα, τα εντυπωσιακά άρματα, τα υπερηχητικά αεροπλάνα και τα τεράστια αεροπλανοφόρα προκαλούν ρίγη εθνικού ενθουσιασμού και όλοι, λίγο ή πολύ, νοιώθουμε υπερήφανοι με τη στρατιωτική ισχύ των όπλων της πατρίδας μας. Δηλαδή, όλοι λαχταρούμε ειρήνη, δεν παύουμε όμως να συγκινούμεθα και να καμαρώνουμε τη δύναμη και την υπεροπλία της στρατιωτικής μας μηχανής.

Φαίνεται ότι βαθιά μέσα μας δεν έχει αποκοιμηθεί για καλά ο πρωτόγονος προπάππους μας, εκείνος που κουβαλούσε το ρόπαλο στη ράχη και επέβαλε την παρουσία του και τα δικαιώματά του με το μέγεθος των μυώνων του και την πολεμική του αρετή και ικανότητα.

Φυσικά, ο εορτασμός της νίκης και της παλικαριάς των πολεμιστών μιας χώρας αμυνόμενης ή πολεμώντας για τα ιδανικά και ενάντια στον ολοκληρωτισμό και υπέρ συμμάχων είναι ηθική υποχρέωση και τρόπος απότισης φόρου τιμής στους ήρωες και τις θυσίες τους. Η υπέρτατη θυσία των πεσόντων υπέρ βωμών και εστιών είναι οι θρύλοι και η λαμπρή ιστορία που γράφεται στη ζωή κάθε χώρας και δικαίως δεν ξεχνάμε για να μην επαναληφθούν τα ίδια και για να είμαστε πάντοτε έτοιμοι να υπερασπιστούμε τα ιερά και όσια της φυλής μας.

Άλλο όμως να μην ξεχνάμε και να τιμούμε τους ήρωες μας και άλλο να εξιδανικεύουμε τον πόλεμο. Ενθουσιαζόμαστε με πολεμικές ταινίες, αγοράζουμε πολεμικά παιχνίδια στα παιδιά μας, ερωτοτροπούμε με κάθε είδους όπλα και γενικά η βία που ο πόλεμος προκαλεί «πουλάει» στον χώρο της βιομηχανίας της διασκέδασης.

Ένστικτο; Φαντασμαγορικό θέαμα; Αποθέωση παλικαριάς; Θαυμασμός για τον νικητή; Δεν ξέρω, αλλά το θέαμα της διεξαγωγής μιας μάχης, ενός πολέμου ελκύει. Και ελκύει σε σημείο που κόβονται εκατομμύρια εισιτήρια στις αίθουσες των κινηματογράφων και αυξάνεται η θεαματικότητα στα τηλεοπτικά κανάλια.

Χωρίς καμία αμφιβολία, η πλοκή και η δράση μιας πολεμικής ταινίας είναι εντυπωσιακή και άκρως ικανοποιητική. Είμαι ο πρώτος που, μετά λύπης μου, θα το παραδεχθώ. Πόσοι, όμως, από μας μπορούμε να ξεχωρίσουμε με αποφασιστικότητα το διασκεδαστικό κομμάτι από τη βαθιά ριζωμένη ροπή προς το κάθε τι πολεμικό και στρατιωτικό; Και για να είμαι ξεκάθαρος: κι εγώ και οι υπόλοιποι που τρεπόμαστε με τις πολεμικές ιαχές και σκηνές είμαστε λάθος. Πολύ λάθος. Ουδεμία πολεμική σκηνή μπορεί να ελκύει και να προκαλεί τέρψη. Είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, η συνεχής προβολή εικόνων πολέμου και μαχών καλλιεργεί μια υποσυνείδητη αποδοχή της βίας και της κουλτούρας του πολέμου. Και το υποσυνείδητο βοηθά η εικονική πραγματικότητα να εξελίσσεται σε αληθινή. Και τότε η φρίκη δεν απεικονίζεται μόνο, τη ζούμε.

Ποτέ πόλεμος πια! Πρέπει να είναι απαίτηση και προσταγή προς την κάθε κυβέρνηση, κάθε χώρας. Εκτός κι αν θέλουμε οι εορτασμοί για δοξασμένες μέρες του παρελθόντος να γίνουν και για μέρες πρόσφατες και καθημερινές. Με μία διαφορά όμως, οι νεκροί δεν θα έχουν θαφτεί δεκάδες χρόνια πριν. Θα είναι τα παιδιά της διπλανής πόρτας. Κι αυτό πονά πραγματικά και όχι εικονικά.

* Από το ΕΛΛΗΝΟΚΑΝΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ, ο Νίκος Παγώνης είναι Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μόντρεαλ.