Σε Καναδά, Βρετανία και Νότιο Κορέα τα πιο χρεωμένα (στις τράπεζες) νοικοκυριά

Σε Καναδά, Βρετανία και Νότιο Κορέα τα πιο χρεωμένα (στις τράπεζες) νοικοκυριά

Η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας συνεχίζεται και αναμένεται να κορυφωθεί το 2018, σύμφωνα με τον Οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη. Εντούτοις, ο δανεισμός των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στις ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες διογκώνεται συνεχώς και εγκυμονεί κινδύνους για την ανάπτυξη.

Τα πιο χρεωμένα νοικοκυριά είναι του Καναδά, της Νοτίου Κορέας και της Βρετανίας.

Οπως επισημαίνει η Κάθριν Μαν, επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, «παρότι τα πράγματα δείχνουν να είναι πολύ καλά, οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν θα διατηρηθούν, αν δεν γίνουν γενναίες ιδιωτικές επενδύσεις στον εξοπλιστικό κλάδο, ώστε να αυξηθούν και οι μισθοί».

Ειδικότερα, όπως προβλέπει ο διεθνής οργανισμός, η παγκόσμια οικονομία θα εμφανίσει το 2017 ρυθμό ανάπτυξης 3,6%, ενώ στις προηγούμενες προβλέψεις του Σεπτεμβρίου έκανε λόγο για 3,5%. Οσον αφορά το 2018, ο ρυθμός ανάπτυξης θα φθάσει στο 3,7% και το 2019 θα επιβραδυνθεί στο 3,6%.

Η οικονομία των ΗΠΑ θα επιταχυνθεί το 2018, ενώ άλλες οικονομίες, όπως η βρετανική, θα εμφανίσουν σημάδια επιβράδυνσης. Η Ευρωζώνη, με τη δυναμικότερη ανάπτυξη των τελευταίων 10 χρόνων, θα ξεπεράσει άλλες μεγάλες οικονομίες, με ρυθμό 2,4% το 2017 και 2,1% και 1,9% το 2018 και το 2019, αντίστοιχα. Οσον αφορά την Κίνα, ο ΟΟΣΑ κάνει λόγο για ανάσχεση ρυθμού από 6,8% φέτος σε 6,6% και 6,4%το 2018 και το 2019, αντίστοιχα.

Η Ινδία και η Βραζιλία θα εξακολουθήσουν να επιταχύνουν τον ρυθμό τους έως και το 2019, εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες χώρες. «Παρότι τα υπάρχοντα οικονομικά στοιχεία, με την αρωγή της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής, μας επιτρέπουν να εφησυχάσουμε, έχουμε ακόμα πολλή δουλειά να κάνουμε», επισήμανε η κ. Μαν.

«Η ανάπτυξη της οικονομίας χρειάζεται ακόμα πιο γερά θεμέλια, ώστε να μπορεί να στηρίξει τις προσδοκίες των νέων για δουλειά, των μεσήλικων για εισόδημα και των ηλικιωμένων για σύνταξη». Υπογράμμισε ότι οι επιχειρήσεις δεν κάνουν όσες επενδύσεις θα έπρεπε αφενός για να αντικαταστήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, τα οποία, συν τω χρόνω, απαξιώνονται, και αφετέρου για να προβούν στις επενδύσεις που θα εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους στο μέλλον και την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων τους. Παρά τις ισχνές επενδύσεις, τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις στις ανεπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες χώρες καταφεύγουν στον δανεισμό, χάρη στο φθηνό χρήμα.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες ακολούθησαν πολιτική πολύ χαμηλών επιτοκίων, οπότε οι πιστώσεις δεν κόστιζαν πολύ. Σήμερα, αυτή η πολιτική αλλάζει, θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο όσους έχουν υπερχρεωθεί. «Ο τεράστιος δανεισμός δεν υποδηλώνει απαραίτητα ότι θα προκύψουν άμεσα προβλήματα. Εντούτοις καθιστά πολύ πιο ευάλωτο στους κραδασμούς το οικονομικό οικοδόμημα και την ανάπτυξη», παρατηρεί ο ΟΟΣΑ.

Επιπλέον, όπως σημείωσε, τέλος, η Κάθριν Μαν, «οι τιμές των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων έχουν σημειώσει πολύ μεγάλη άνοδο σε σχέση με μια παγκόσμια οικονομία που θα φθάσει στα υψηλότερα επίπεδα ανάπτυξης το 2018 και μετά θα επιβραδυνθεί έως ένα βαθμό».